HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγαπάκι | Babel Free

Noun CEFR B1
/a.ɣaˈpa.ci/

Ορισμοί

υποκοριστικό του αγάπη, κυρίως ως προσφώνηση η όποια δείχνει τρυφερότητα

Παραδείγματα

“※ «Αγαπητό μου αγαπάκι, αγαπητό μου συζυγάκι», ήταν πάντα το υστερόγραφο της Σοφίας σε κάθε της γράμμα. Δεν νομίζαμε πως το 'νιωθε αυτό η άμοιρη.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγαπάκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course