Meaning of αγαπάκι | Babel Free
/a.ɣaˈpa.ci/Ορισμοί
υποκοριστικό του αγάπη, κυρίως ως προσφώνηση η όποια δείχνει τρυφερότητα
Παραδείγματα
“※ «Αγαπητό μου αγαπάκι, αγαπητό μου συζυγάκι», ήταν πάντα το υστερόγραφο της Σοφίας σε κάθε της γράμμα. Δεν νομίζαμε πως το 'νιωθε αυτό η άμοιρη.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.