Meaning of αγαμία | Babel Free
/a.ɣaˈmi.a/Ορισμοί
- η αποχή από το γάμο
- η έλλειψη σεξουαλικών επαφών, είτε κατ' επιλογή (όπως για παράδειγμα στους μοναχούς) είτε χωρίς να επιδιώκεται
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η αγαμία του κλήρου”
the celibacy of the clergy
“※ Η πρόταση, την οποία είχαν καταθέσει πέρυσι Λατινοαμερικανοί επίσκοποι, είχε προκαλέσει την ανησυχία συντηρητικών καθολικών κύκλων, οι οποίοι φοβούνταν ότι θα οδηγούσε στην ανατροπή της υποχρέωσης αγαμίας των κληρικών και σε περαιτέρω διχασμό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και του 1,3 δισεκατομμυρίου πιστών της σε όλο τον κόσμο.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.