HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αγαμία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
a.ɣaˈmi.a

Ορισμοί

  1. η αποχή από το γάμο
  2. η έλλειψη σεξουαλικών επαφών, είτε κατ' επιλογή (όπως για παράδειγμα στους μοναχούς) είτε χωρίς να επιδιώκεται

Ισοδύναμα

31 more languages

Παραδείγματα

“η αγαμία του κλήρου”

the celibacy of the clergy

“※ Η πρόταση, την οποία είχαν καταθέσει πέρυσι Λατινοαμερικανοί επίσκοποι, είχε προκαλέσει την ανησυχία συντηρητικών καθολικών κύκλων, οι οποίοι φοβούνταν ότι θα οδηγούσε στην ανατροπή της υποχρέωσης αγαμίας των κληρικών και σε περαιτέρω διχασμό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και του 1,3 δισεκατομμυρίου πιστών της σε όλο τον κόσμο.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αγαμία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free