Meaning of Αβραάμ | Babel Free
/a.vraˈam/Ορισμοί
- προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης, του Κορανίου και του Ακντάς, πατριάρχης του έθνους του Ισραήλ και των Αράβων
- ανδρικό όνομα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
Abraham
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.