Meaning of αβράκωτος | Babel Free
Ορισμοί
- ονομασία που αναφέρεται σε ριζοσπαστικά τμήματα λαϊκών στρωμάτων κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης λόγω των απλών παντελονιών που φορούσαν τα μέλη τους, σε αντίθεση με τους αριστοκράτες και τους αστούς οι οποίοι φορούσαν κιλότες (culotte)
-
συνώνυμο του ξεβράκωτος figuratively, literally
Παραδείγματα
“Το πιτσιρίκι γυρίζει αβράκωτο μέσα στο σπίτι.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.