Σημασία του αβοήθητη | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβοήθητος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η αβοήθητη γριά χρειαζόταν φροντίδα.”
The helpless old woman needed care.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free