Meaning of αβγατίζω | Babel Free
/a.vɣaˈti.zo/Ορισμοί
-
πληθαίνω, αυξάνω, πολλαπλασιάζω transitive, vulgar
-
πληθύνομαι, αυξάνομαι intransitive, vulgar
-
διογκώνω, υπερβάλλω vulgar
Παραδείγματα
“Ο πατέρας τους έδωσε μικρή μαγιά αλλά ήταν δαιμόνια παιδιά και τα λεφτά αβγάτισαν”
“άλλες μορφές: αβγαταίνω”
“※ Όλ' αυτά τα διηγούντο οι μάγκες όπως τα είχον ακούσει από τας προμήτοράς των, και μάλιστα το αυγάτιζαν κ' οι ίδιοι με την παιδικήν ψευδομανίαν των. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, 1903)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.