HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αβγατίζω | Babel Free

Verb CEFR B2
/a.vɣaˈti.zo/

Ορισμοί

  1. πληθαίνω, αυξάνω, πολλαπλασιάζω
    transitive, vulgar
  2. πληθύνομαι, αυξάνομαι
    intransitive, vulgar
  3. διογκώνω, υπερβάλλω
    vulgar

Παραδείγματα

“Ο πατέρας τους έδωσε μικρή μαγιά αλλά ήταν δαιμόνια παιδιά και τα λεφτά αβγάτισαν”
“άλλες μορφές: αβγαταίνω”
“※ Όλ' αυτά τα διηγούντο οι μάγκες όπως τα είχον ακούσει από τας προμήτοράς των, και μάλιστα το αυγάτιζαν κ' οι ίδιοι με την παιδικήν ψευδομανίαν των. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, 1903)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αβγατίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course