HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αβαείο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
a.vaˈi.o

Ορισμοί

  1. το ιερό οικοδόμημα, ακριβέστερα μοναστήρι (λέγεται για τα καθολικά μοναστήρια), που διοικείται από έναν αβά (= πνευματικό πατέρα της κοινότητας)
  2. η κατοικία του αβά

Ισοδύναμα

Españolabadía
24 more languages
Afrikaansabdy
Българскиабатство
Catalàabadia
Češtinaopatství
Cymraegabadaeth
Danskabbedi
DeutschAbtei
Ελληνικάηγουμενία
Galegoabadía
עבריתמנזר
Magyarapátság
Italianoabbaziabadia
Latinaabbatia
Nederlandsabdij
Portuguêsabadia
Русскийаббатство
Українськаабатство
中文修道院
繁體中文修道院

Παραδείγματα

“Το Αβαείο του Πέλλαπαϊς αποτελεί μοναδικό δείγμα μοναστηριού γοτθικού ρυθμού στην ανατολή”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αβαείο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free