Meaning of αβαείο | Babel Free
/a.vaˈi.o/Ορισμοί
- το ιερό οικοδόμημα, ακριβέστερα μοναστήρι (λέγεται για τα καθολικά μοναστήρια), που διοικείται από έναν αβά (= πνευματικό πατέρα της κοινότητας)
- η κατοικία του αβά
Ισοδύναμα
English
abbey
Παραδείγματα
“Το Αβαείο του Πέλλαπαϊς αποτελεί μοναδικό δείγμα μοναστηριού γοτθικού ρυθμού στην ανατολή”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.