Meaning of Αβέρωφ | Babel Free
/aˈve.ɾof/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
ανδρικό όνομα rare
- ονομασία ιστορικού θωρηκτού του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού (ουδέτερο)
- συνοικία της Αθήνας
Παραδείγματα
“Την εναρκτήρια συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης, με καλεσμένη τη συγγραφέα Τατιάνα Αβέρωφ, ανακοίνωσε η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Καλαμάτας”
“Ο Αβέρωφ Νεοφύτου είναι Ελληνοκύπριος πολιτικός”
“※ Αθρόα προσέλευση του κόσμου στο “Αβέρωφ” τις τελευταίες του στιγμές στην πόλη. Η ροή του κόσμου ίσως και να κρατήσει ανοιχτό το θωρηκτό Αβέρωφ συνεχόμενα, έως τις 5 το απόγευμα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.