Meaning of αβέβαιο | Babel Free
/aˈve.ve.o/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αβέβαιος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβέβαιος
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.