Meaning of Αίσωπος | Babel Free
/ˈe.so.pos/Ορισμοί
- κορυφαίος αρχαίος έλληνας μυθοπλάστης, ο πατέρας της μυθογραφίας, που αρχικά ήταν δούλος και κατοπινά ελευθερώθηκε
- ανδρικό όνομα
Ισοδύναμα
English
Aesop
Παραδείγματα
“μύθοι του Αισώπου”
Aesop's fables
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.