Meaning of Αίολος | Babel Free
/ˈe.o.los/Ορισμοί
- όνομα τριών μυθικών χαρακτήρων:
- γιος του Έλληνα και της νύμφης Ορσηίδας, γενάρχης των Αιολέων
- γιος του Ποσειδώνα και της Μελανίπης, βασιλιάς της Λέσβου
- γιος του Ιππότη, σύμφωνα με τον Όμηρο ("Οδύσσεια") φύλακας των ανέμων, που αργότερα αναφέρεται και ως θεός
- ανδρικό όνομα
- όνομα οδού οδός Αιόλου
Ισοδύναμα
English
Aeolus
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.