Σημασία του έσπρωξε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
Παραδείγματα
“Με δύναμη έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα.”
He forcefully pushed the door and went inside.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free