HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of έξη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈe.ksi/

Ορισμοί

συνήθεια που αποκτήθηκε με την επανάληψη μιας πράξης ή με τη συνεχή επίδραση του ίδιου παράγοντα

Ισοδύναμα

English habit

Παραδείγματα

“※ Μαζί με τις κοινωνικές έξεις και παραδόσεις, το αόρατο χέρι της αγοράς όφειλε ακόμα να αντιμετωπίζεται με ιστορική και αξιακή αποστασιοποίηση (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See έξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course