Meaning of έξαρχος | Babel Free
/ˈe.ksaɾ.xos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- αξιωματούχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που έχει οριστεί ως διοικητής ενός εξαρχάτου
- τίτλος που απονέμεται σε δεσπότη, που του έχουν δοθεί κάποιες εξουσίες σε ορισμένη περιοχή
- τίτλος που απονέμεται σε κληρικό, που του έχει ανατεθεί συγκεκριμένη αποστολή σε κάποια περιοχή
Ισοδύναμα
English
Legate
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.