Meaning of εκπρόσωπος | Babel Free
/ekˈpɾo.so.pos/Ορισμοί
- που εκπροσωπεί κάποιον, που ενεργεί για λογαριασμό του
- που εκφράζει και εκπροσωπεί μια ομάδα (καλλιτεχνική, ιδεολογική, πολιτική κ.λπ.) στην οποία και ανήκει ή μια τάση την οποία και εκφράζει
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Near-synonyms: αντιπρόσωπος (antiprósopos), πληρεξούσιος (plirexoúsios)”
“Επίσημος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους στο Δικαστήριο είναι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και τις υποθέσεις χειρίζονται τα στελέχη του υπό τις οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές του Υπουργείου Εξωτερικών. (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Βικιπαίδεια )”
“※ Ανάμεσα στους ποιητές που περιέγραψαν με αμεσότητα και ρεαλισμό το «σκηνικό» της εποχής ξεχωρίζει ο Τάσος Λειβαδίτης (1921-1988), κύριος εκπρόσωπος της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς, που με τους στίχους του εκφράζει τη φρίκη από την εφιαλτική μνήμη των αδικαίωτων θυσιών.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.