ένστρωση
Ορισμοί
λεπτότερο απ’ τα γειτονικά στρώμα πετρώματος που εναλλάσσεται με άλλα μεγαλύτερου πάχους και διαφορετικής γεωλογικής σύστασης
Ισοδύναμα
7 more languages
العربيةكبس
Suomiinterkalaatio
Bahasa Indonesiasisipan
Nederlandsintercalatie
Polskiinterkalacja
Românăintercalare
Παραδείγματα
“Στο ανώτερο τμήμα τους υπάρχουν κυρίως γνευσιακές κροκάλες με μικρότερο μέγεθος και χαλαρότερο βαθμό σύνδεσης μεταξύ τους καθώς και «ενστρώσεις μαργών και ψαμμιτών». (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free