Meaning of Έμπολα | Babel Free
Ορισμοί
- ιός με διάφορα στελέχη, ονομασία ομάδας ιών
- ιός του γένους ebolavirus, της οικογένειας των filoviridae, που προκαλεί την ασθένεια του ιού Έμπολα
- η νόσος που οφείλεται στους ομώνυμους ιούς, μορφή αιμορραγικού (ή μή) πυρετού που προκαλείται απο στελέχη του ιού του έμπολα
- επικίνδυνη και συχνά θανατηφόρα ιογενής λοίμωξη, που προκαλείται από τον ιό Έμπολα
Παραδείγματα
“ο ιός του έμπολα, ο ασθενής έπασχε από έμπολα, ο κόσμος έχει πανικοβληθει με τον έμπολα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.