Meaning of έμβολο | Babel Free
/ˈeɱ.vo.lo/Ορισμοί
- οτιδήποτε που εμβάλλεται - εισάγεται μέσα σε κάποιο σώμα.
- : μέσον εμβολισμού, προσγειάλωσης
- : σπουδαίο παλινδρομικό εξάρτημα των μηχανών, που κινείται μέσα σε κύλινδρο.
- : το κινητό μέρος κάθε είδους σύριγγας.
Ισοδύναμα
English
beak
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.