έκτρωμα
Ορισμοί
- το πρόωρα γεννημένο νεκρό έμβρυο
- το εξάμβλωμα
-
εξάμβλωμα, έκτρωμα Hellenistic
-
κάτι που είναι τερατόμορφο ή κακότεχνο figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η ταινία ήταν πραγματικό έκτρωμα, χάσαμε τα λεφτά μας.”
The movie was a real monstrosity, we wasted our money.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free