Σημασία του έκτακτες | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκτακτος
accusative, feminine, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Λόγω κακοκαιρίας έγιναν έκτακτες αλλαγές στο πρόγραμμα.”
Due to bad weather, emergency changes were made to the schedule.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free