Σημασία του έκοψαν | Babel Free
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω
Παραδείγματα
“Οι κηπουροί έκοψαν τα ξερά κλαδιά.”
The gardeners cut the dry branches.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free