άωρη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άωρος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η άωρη απόφαση πάρθηκε πριν από την κατάλληλη ώρα.”
The untimely decision was made before the right time.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free