HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

άωρη

Επίθετο θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άωρος

accusative, feminine, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Η άωρη απόφαση πάρθηκε πριν από την κατάλληλη ώρα.”

The untimely decision was made before the right time.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη άωρη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free