HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

άτριφτος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δεν τον έχουν τρίψει
  2. που δεν έχει φθαρεί
  3. που δεν έχει πείρα, δεν έχει αποκτήσει εμπειρία
    figuratively

Ισοδύναμα

8 more languages
Българскинов
Bosanskiнов
हिन्दीठाढ़ा
Hrvatskiнов
Latinaintritus
Nederlandsongemalen
Српскинов

Παραδείγματα

“άτριφτη κανέλα”

unground cinnamon

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη άτριφτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free