Meaning of άτι | Babel Free
/ˈa.ti/Ορισμοί
-
βαρβάτο άλογο ιππασίας literary
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“※ «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου! / Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.