Meaning of άταχτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δε βρίσκεται σε τάξη ή δε γίνεται με τάξη, άτακτος
- ανώμαλος, ακανόνιστος
- απείθαρχος, που κάνει αταξίες
Παραδείγματα
“αυτό το παιδί είναι πολύ άταχτο και χρειάζεται παραδειγματισμό”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.