HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άταχτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. που δε βρίσκεται σε τάξη ή δε γίνεται με τάξη, άτακτος
  2. ανώμαλος, ακανόνιστος
  3. απείθαρχος, που κάνει αταξίες

Παραδείγματα

“αυτό το παιδί είναι πολύ άταχτο και χρειάζεται παραδειγματισμό”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άταχτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course