Meaning of άρχων | Babel Free
/ˈaɾ.xon/Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του αρχή genitive, plural
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
άρχοντας archaic
-
ο ηγέτης ή δυνάστης archaic
-
ο άρχοντας στην αρχαία Αθήνα και Σπάρτη, ο ευγενής στο Βυζάντιο ή κατά το Μεσαίωνα γενικότερα, ο τσιφλικάς, ο προύχοντας κ.λπ. archaic
Παραδείγματα
“ο Ανώτατος άρχων (ο Πρόεδρος μιας προεδρευομένης δημοκρατίας ή ο βασιλιάς μιας συνταγματικά βασιλευομένης δημοκρατίας)”
“ο άρχων του σκότους (ο Σατανάς σε ευγαγγέλια)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.