Σημασία του άρπαξαν | Babel Free
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
Παραδείγματα
“Οι κλέφτες άρπαξαν την τσάντα και έφυγαν τρέχοντας.”
The thieves grabbed the bag and ran off.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free