άπραγη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπραγος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Έμεινε άπραγη όλο το πρωί περιμένοντας νέα.”
She remained idle all morning waiting for news.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free