Meaning of Άνδρος | Babel Free
/ˈan.ðɾos/Ορισμοί
-
γενική ενικού του άνδρας formal
- ελληνικό νησί των Κυκλάδων, στο Αιγαίο Πέλαγος
- ανδρικό όνομα Ανδρέας (στην Κύπρο)
Ισοδύναμα
English
Andros
Παραδείγματα
“Στη δύσκολη εκείνη στιγμή, φάνηκε ο ισχυρός χαρακτήρας του ανδρός και η πολιτική του διορατικότητα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.