Σημασία του άμβρα | Babel Free
ˈam.vɾaΟρισμοί
Στέρεη, κηρώδης και εύφλεκτη ουσία, η οποία παράγεται στο έντερο της σπερματοφάλαινας, με χρώμα μαύρο ή γκρι. Χρησιμοποιείται κυρίως στη βιομηχανία αρωμάτων.
Ισοδύναμα
العربية
عنبر
Català
ambre gris
Čeština
ambra
Dansk
ambra
English
Ambergris
Esperanto
ambro
Español
ámbar gris
فارسی
عنبر
Suomi
ambra
Français
ambre gris
हिन्दी
अंबर
Bahasa Indonesia
ambar
Italiano
ambra grigia
한국어
용연향
Nederlands
amber
Română
ambră
Русский
амбра
Kiswahili
ambari
తెలుగు
అంబరు
ไทย
อำพันขี้ปลา
Türkçe
amber
ئۇيغۇرچە
مۈشك
Українська
амбра
Tiếng Việt
long diên hương
中文
龙涎香
Παραδείγματα
“※ Στην αρωματοποιία, το άμπαρι και η άμβρα, μια ουσία που απομονώνεται από το άμπαρι, χρησιμοποιούνταν κυρίως ως στερεωτικό και όχι ως το κύριο αρωματικό συστατικό.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free