άμβρα
Ορισμοί
Στέρεη, κηρώδης και εύφλεκτη ουσία, η οποία παράγεται στο έντερο της σπερματοφάλαινας, με χρώμα μαύρο ή γκρι. Χρησιμοποιείται κυρίως στη βιομηχανία αρωμάτων.
Ισοδύναμα
30 more languages
Παραδείγματα
“※ Στην αρωματοποιία, το άμπαρι και η άμβρα, μια ουσία που απομονώνεται από το άμπαρι, χρησιμοποιούνταν κυρίως ως στερεωτικό και όχι ως το κύριο αρωματικό συστατικό.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free