Σημασία του άλματα | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλμα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Ο αθλητής έκανε εντυπωσιακά άλματα στο στίβο.”
The athlete made impressive jumps on the track.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free