Meaning of Άθως | Babel Free
/ˈa.θos/Ορισμοί
- ένας από τους Γίγαντες στην αρχαία ελληνική μυθολογία, γιος του Ουρανού και της Γαίας. Κατά τη διάρκεια της Γιγαντομαχίας, ο Άθως άρπαξε ένα βράχο και το έριξε κατά των Θεών αλλά αυτός έπεσε στην άκρη της Χαλκιδικής και αποτέλεσε την ομώνυμη χερσόνησο, η κορυφή της οποίας έλαβε το όνομά του.
- η ανατολική χερσόνησος της Χαλκιδικής
- το όρος του νοτίου τμήματος της ανατολικής χερσονήσου της Χαλκιδικής
- ανδρικό όνομα
Ισοδύναμα
English
Athos
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: Άθωνας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.