Meaning of άεργος | Babel Free
/ˈa.eɾ.ɣos/Ορισμοί
- που παραμένει (συχνά από επιλογή) χωρίς εργασία, χωρίς να απασχολείται με κάτι
- ο χασομέρης
- αυτός που δεν παράγει έργο
Ισοδύναμα
English
idle
Παραδείγματα
“άεργος συνιστώσα, άεργο ρεύμα, άεργος ισχύς, άεργος συντελεστής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.