Meaning of άεθνος | Babel Free
Ορισμοί
- o άπατρις, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε εθνότητα, αυτός που δεν αποδέχεται τα έθνη
- νομάδας που ανήκει στην φυλή του, μα όχι σε κάποιο ευρύτερο έθνος
- μετανάστης ή μέλος φυλής που δεν έχει καταγραφεί ληξιαρχικά ή διώκεται
- ορφανό παιδί που κατοικεί σε ρατσιστική χώρα κι έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος ή μορφή απ' την πλειοψηφία
- μιγάς που δεν επιθυμεί ούτε να θεωρείται πολυφυλετικός, ούτε να επιλέξει μια απ' τις φυλές - η διαφορά με τον άμεσα φιλοσοφικό άπατρι είναι ότι επιδρά έντονα η ψυχολογία, περισσότερο απ' την αναλυτική σκέψη (παρατηρείται σε ποσοστό πολυφυλετικών των ΗΠΑhttp://www.thecrimson.com/article/2011/10/13/scrutiny-raceless-students/)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.