HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άεθνος | Babel Free

Adjective CEFR B1

Ορισμοί

  1. o άπατρις, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε εθνότητα, αυτός που δεν αποδέχεται τα έθνη
  2. νομάδας που ανήκει στην φυλή του, μα όχι σε κάποιο ευρύτερο έθνος
  3. μετανάστης ή μέλος φυλής που δεν έχει καταγραφεί ληξιαρχικά ή διώκεται
  4. ορφανό παιδί που κατοικεί σε ρατσιστική χώρα κι έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος ή μορφή απ' την πλειοψηφία
  5. μιγάς που δεν επιθυμεί ούτε να θεωρείται πολυφυλετικός, ούτε να επιλέξει μια απ' τις φυλές - η διαφορά με τον άμεσα φιλοσοφικό άπατρι είναι ότι επιδρά έντονα η ψυχολογία, περισσότερο απ' την αναλυτική σκέψη (παρατηρείται σε ποσοστό πολυφυλετικών των ΗΠΑhttp://www.thecrimson.com/article/2011/10/13/scrutiny-raceless-students/)

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άεθνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course