Meaning of άγημα | Babel Free
/ˈa.ʝi.ma/Ορισμοί
- το στρατιωτικό τμήμα στο οποίο ανατίθεται (εν καιρώ πολέμου ή ειρήνης) ειδική υπηρεσία όπως παρέλαση, απόδοση τιμών
- η στρατιωτική μονάδα μίας μόρας (μοίρας)
- το επίλεκτο σώμα του μακεδονικού στρατού
Ισοδύναμα
English
Detachment
Παραδείγματα
“※ Πλησιάζει να πέσει ο ήλιος και ένα μικρό άγημα προχωράει για την υποστολή της σημαίας. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.