Meaning of αγηματάρχης | Babel Free
Ορισμοί
- ο διοικητής αγήματος, αξιωματικός ή υπαξιωματικός οποιουδήποτε όπλου ή σώματος ασφαλείας εκ του οποίου συγκροτείται το άγημα
-
ο διευθύνων οποιοδήποτε άγημα π.χ. πυρόσβεσης, αποκατάστασης διαρροής κ.λπ., όπως πλοίων, εγκαταστάσεων κ.ά. general
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.