Meaning of άβλεπτος | Babel Free
Ορισμοί
- αόρατος, ακοίταχτος, αθέατος, άνοπτος
- εκείνος που δεν του δίνει κανείς σημασία, που δεν τον βλέπει κανείς
- εκείνος που δεν βλέπει καλά, ο απρόσεκτος, που κάνει αβλεψίες
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.