HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκάβω — definition

Conjugation of σκάβω

Regular CEFR C2

αφαιρώ σιγά-σιγά κομμάτια από κάτι, τρώω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκάβω
εσύ σκάβεις
αυτός / αυτή / αυτό σκάβει
εμείς σκάβουμε
εσείς σκάβετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκάβουν
Παρατατικός
εγώ έσκαβα
εσύ έσκαβες
αυτός / αυτή / αυτό έσκαβε
εμείς σκάβαμε
εσείς σκάβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσκαβαν
Αόριστος
εγώ έσκαψα
εσύ έσκαψες
αυτός / αυτή / αυτό έσκαψε
εμείς σκάψαμε
εσείς σκάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσκαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκάψω
εσύ σκάψεις
αυτός / αυτή / αυτό σκάψει
εμείς σκάψουμε
εσείς σκάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκάβε
εσείς σκάβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκάψε
εσείς σκάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκάβομαι
εσύ σκάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σκάβεται
εμείς σκαβόμαστε
εσείς σκάβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σκάβονται
Παρατατικός
εγώ σκαβόμουν
εσύ σκαβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σκαβόταν
εμείς σκαβόμασταν
εσείς σκαβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σκάβονταν
Αόριστος
εγώ σκάφτηκα
εσύ σκάφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό σκάφτηκε
εμείς σκαφτήκαμε
εσείς σκαφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκάφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκαφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκαφτώ
εσύ σκαφτείς
αυτός / αυτή / αυτό σκαφτεί
εμείς σκαφτούμε
εσείς σκαφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκαφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σκάβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκάψου
εσείς σκαφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκαφτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary