Conjugation of σκάζω
ˈska.zoto burst, explode, alternative form of σκάω (skáo) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σκάζω (σκάω →) |
| εσύ | σκάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκάζει |
| εμείς | σκάζουμε |
| εσείς | σκάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έσκαζα (→ έσκαγα) |
| εσύ | έσκαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έσκαζε |
| εμείς | σκάζαμε |
| εσείς | σκάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έσκαζαν |
Αόριστος
| εγώ | έσκασα |
| εσύ | έσκασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έσκασε |
| εμείς | σκάσαμε |
| εσείς | σκάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έσκασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σκάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σκάσω |
| εσύ | σκάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκάσει |
| εμείς | σκάσουμε |
| εσείς | σκάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σκάζε |
| εσείς | σκάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σκάσε |
| εσείς | σκάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σκάσει |