Conjugation of σκαλίζω
skaˈli.zoπεριεργάζομαι το εσωτερικό κάποιου αντικειμένου πειράζοντας κάτι μέσα σε αυτό με αποτέλεσμα να το χαλάσω ή να κινδυνεύει να χαλάσει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σκαλίζω |
| εσύ | σκαλίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκαλίζει |
| εμείς | σκαλίζουμε |
| εσείς | σκαλίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκαλίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | σκάλιζα |
| εσύ | σκάλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκάλιζε |
| εμείς | σκαλίζαμε |
| εσείς | σκαλίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκάλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | σκάλισα |
| εσύ | σκάλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκάλισε |
| εμείς | σκαλίσαμε |
| εσείς | σκαλίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκάλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σκαλίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σκαλίσω |
| εσύ | σκαλίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκαλίσει |
| εμείς | σκαλίσουμε |
| εσείς | σκαλίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκαλίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σκάλιζε |
| εσείς | σκαλίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σκάλισε |
| εσείς | σκαλίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σκαλίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σκαλίζομαι |
| εσύ | σκαλίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκαλίζεται |
| εμείς | σκαλιζόμαστε |
| εσείς | σκαλίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκαλίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | σκαλιζόμουν |
| εσύ | σκαλιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκαλιζόταν |
| εμείς | σκαλιζόμασταν |
| εσείς | σκαλιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκαλίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | σκαλίστηκα |
| εσύ | σκαλίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκαλίστηκε |
| εμείς | σκαλιστήκαμε |
| εσείς | σκαλιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκαλίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σκαλιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σκαλιστώ |
| εσύ | σκαλιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σκαλιστεί |
| εμείς | σκαλιστούμε |
| εσείς | σκαλιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σκαλιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σκαλίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σκαλίσου |
| εσείς | σκαλιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σκαλιστεί |