HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκαλίζω — definition

Conjugation of σκαλίζω

Regular CEFR B1
skaˈli.zo

περιεργάζομαι το εσωτερικό κάποιου αντικειμένου πειράζοντας κάτι μέσα σε αυτό με αποτέλεσμα να το χαλάσω ή να κινδυνεύει να χαλάσει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκαλίζω
εσύ σκαλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό σκαλίζει
εμείς σκαλίζουμε
εσείς σκαλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκαλίζουν
Παρατατικός
εγώ σκάλιζα
εσύ σκάλιζες
αυτός / αυτή / αυτό σκάλιζε
εμείς σκαλίζαμε
εσείς σκαλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκάλιζαν
Αόριστος
εγώ σκάλισα
εσύ σκάλισες
αυτός / αυτή / αυτό σκάλισε
εμείς σκαλίσαμε
εσείς σκαλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκάλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκαλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκαλίσω
εσύ σκαλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό σκαλίσει
εμείς σκαλίσουμε
εσείς σκαλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκαλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκάλιζε
εσείς σκαλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκάλισε
εσείς σκαλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
σκαλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκαλίζομαι
εσύ σκαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σκαλίζεται
εμείς σκαλιζόμαστε
εσείς σκαλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σκαλίζονται
Παρατατικός
εγώ σκαλιζόμουν
εσύ σκαλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σκαλιζόταν
εμείς σκαλιζόμασταν
εσείς σκαλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σκαλίζονταν
Αόριστος
εγώ σκαλίστηκα
εσύ σκαλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σκαλίστηκε
εμείς σκαλιστήκαμε
εσείς σκαλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκαλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκαλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκαλιστώ
εσύ σκαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό σκαλιστεί
εμείς σκαλιστούμε
εσείς σκαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκαλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σκαλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκαλίσου
εσείς σκαλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκαλιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary