HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταφέρνω — definition

Conjugation of καταφέρνω

Regular CEFR C1
ka.taˈfeɾ.no

κατορθώνω να πετύχω κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταφέρνω
εσύ καταφέρνεις
αυτός / αυτή / αυτό καταφέρνει
εμείς καταφέρνουμε
εσείς καταφέρνετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφέρνουν
Παρατατικός
εγώ κατάφερνα
εσύ κατάφερνες
αυτός / αυτή / αυτό κατάφερνε
εμείς καταφέρναμε
εσείς καταφέρνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατάφερναν
Αόριστος
εγώ κατάφερα
εσύ κατάφερες
αυτός / αυτή / αυτό κατάφερε
εμείς καταφέραμε
εσείς καταφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατάφεραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταφέρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταφέρω
εσύ καταφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό καταφέρει
εμείς καταφέρουμε
εσείς καταφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφέρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατάφερνε
εσείς καταφέρνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατάφερε
εσείς καταφέρτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταφέρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταφέρνομαι
εσύ καταφέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καταφέρνεται
εμείς καταφερνόμαστε
εσείς καταφέρνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφέρνονται
Παρατατικός
εγώ καταφερνόμουν
εσύ καταφερνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καταφερνόταν
εμείς καταφερνόμασταν
εσείς καταφερνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καταφέρνονταν
Αόριστος
εγώ καταφέρθηκα
εσύ καταφέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καταφέρθηκε
εμείς καταφερθήκαμε
εσείς καταφερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφέρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταφερθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταφερθώ
εσύ καταφερθείς
αυτός / αυτή / αυτό καταφερθεί
εμείς καταφερθούμε
εσείς καταφερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφερθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καταφέρνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς καταφερθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταφερθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary