HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταφεύγω — definition

Conjugation of καταφεύγω

Regular CEFR B2
ka.taˈfev.ɣo

επιλέγω να κάνω κάτι αναγκαστικά, αν και δεν μου είναι απόλυτα αρεστό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταφεύγω
εσύ καταφεύγεις
αυτός / αυτή / αυτό καταφεύγει
εμείς καταφεύγουμε
εσείς καταφεύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφεύγουν
Παρατατικός
εγώ κατέφευγα
εσύ κατέφευγες
αυτός / αυτή / αυτό κατέφευγε
εμείς καταφεύγαμε
εσείς καταφεύγατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέφευγαν
Αόριστος
εγώ κατέφυγα
εσύ κατέφυγες
αυτός / αυτή / αυτό κατέφυγε
εμείς καταφύγαμε
εσείς καταφύγατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέφυγαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταφύγω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταφύγω
εσύ καταφύγεις
αυτός / αυτή / αυτό καταφύγει
εμείς καταφύγουμε
εσείς καταφύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφύγουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατάφευγε
εσείς καταφεύγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς καταφύγετε
Απαρέμφατο αορίστου
καταφύγει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary