Conjugation of καταφεύγω
ka.taˈfev.ɣoεπιλέγω να κάνω κάτι αναγκαστικά, αν και δεν μου είναι απόλυτα αρεστό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταφεύγω |
| εσύ | καταφεύγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφεύγει |
| εμείς | καταφεύγουμε |
| εσείς | καταφεύγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφεύγουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέφευγα |
| εσύ | κατέφευγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέφευγε |
| εμείς | καταφεύγαμε |
| εσείς | καταφεύγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέφευγαν |
Αόριστος
| εγώ | κατέφυγα |
| εσύ | κατέφυγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέφυγε |
| εμείς | καταφύγαμε |
| εσείς | καταφύγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέφυγαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταφύγω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταφύγω |
| εσύ | καταφύγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφύγει |
| εμείς | καταφύγουμε |
| εσείς | καταφύγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφύγουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατάφευγε |
| εσείς | καταφεύγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | καταφύγετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταφύγει |