Meaning of -ώτης | Babel Free
/ˈo.tis/Ορισμοί
- πατριδωνυμικών ουσιαστικών που παράγονται από ονόματα πόλεων ή περιοχών ≈ συνώνυμα: -ινός, -αίος
- επίθημα ως κατάληξη αρσενικών επωνύμων
- μορφή του -τής σε σχηματισμούς από ρήματα με θέματα που λήγουν σε ωμέγα
- γενική ενικού, θηλυκού γένους (-ωτή) του -ωτός
- ουσιαστικών που δηλώνουν προέλευση, ιδιότητα, χαρακτηριστικό γνώρισμα
Παραδείγματα
“Ήπειρος > Ηπειρώτης (Ηπειρώτισσα)”
“επαρχία > επαρχιώτης (επαρχιώτισσα)”
“θίασος > θιασώτης”
“Μηλακώτης”
“εκτυπώ(νω) > εκτυπωτής / εκτυπωτής”
“Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -ωτής στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.