Meaning of -ωρός | Babel Free
/οˈɾοs/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό αρχαίων λέξεων που δηλώνει κάποιον που φροντίζει για κάτι ή το προσέχει
- επίθημα που δηλώνει χρονικό διάστημα τόσων ωρών, όσες αναγράφει το αʹ συνθετικό
Παραδείγματα
“ακταιωρός, θυρωρός”
“δίωρος, πολύωρος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.