Meaning of -ούλης | Babel Free
/ˈulis/Ορισμοί
- υποκοριστικό επίθημα με το οποίο σχηματίζονται μετουσιαστικά ουσιαστικά που δηλώνουν μια ιδιότητα
- υποκοριστικό μετεπιθετικό επίθημα με το οποίο σχηματίζονται επίθετα
Παραδείγματα
“αδελφός (adelfós, “brother”) + -ούλης (-oúlis) → αδελφούλης (adelfoúlis)”
“Θεός (Theós, “God”) + -ούλης (-oúlis) → θεούλης (theoúlis)”
“χαζός (chazós, “stupid”) + -ούλης (-oúlis) → χαζούλης (chazoúlis)”
“εαυτός (eaftós, “self”) + -ούλης (-oúlis) → εαυτούλης (eaftoúlis)”
“αδελφός > αδελφούλης”
“νόστιμος > νοστιμούλης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.