HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -νόμος | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈno.mos/

Ορισμοί

  1. β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
  2. επιστήμονα ειδικό σε κάποιον τομέα ή υπάλληλο αρμόδιας υπηρεσίας
  3. β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε νόμο
  4. β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε εργαλείο
  5. πρόσωπο το οποίο ρυθμίζει υη λειτουργία αυτού που αναφέρεται στο πρώτο συνθετικό

Παραδείγματα

“αρχειονόμος, βιβλιοθηκονόμος, δασονόμος”
“αστυνόμος, στρατονόμος, τροχονόμος”
“κουκουλονόμος, τρομονόμος”
“ηλεκτρονόμος, μετρονόμος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -νόμος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course