Σημασία του -νόμος | Babel Free
ˈno.mosΟρισμοί
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
- επιστήμονα ειδικό σε κάποιον τομέα ή υπάλληλο αρμόδιας υπηρεσίας
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε νόμο
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε εργαλείο
- πρόσωπο το οποίο ρυθμίζει υη λειτουργία αυτού που αναφέρεται στο πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“αρχειονόμος, βιβλιοθηκονόμος, δασονόμος”
“αστυνόμος, στρατονόμος, τροχονόμος”
“κουκουλονόμος, τρομονόμος”
“ηλεκτρονόμος, μετρονόμος”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free