Meaning of -εύω | Babel Free
/ˈe.vo/Ορισμοί
- επίθημα ρημάτων που προέρχονται
- από ουσιαστικά: το υποκείμενο εκτελεί την ενέργεια που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη
- από επίθετα ή ονόματα που εκφράζουν ιδιότητα: το υποκείμενο έχει αυτές τις ιδιότητες, ή ενεργεί ώστε το αντικείμενο του ρήματος να τις αποκτήσει
Παραδείγματα
“ταξίδι > ταξιδεύω”
“άγριος > αγριεύω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.