Meaning of -γράφος | Babel Free
/ˈɣɾa.fos/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει
- πρόσωπο
- που (συγ)γράφει ό,τι δηλώνει το α’ συνθετικό
- δεύτερο συνθετικό επιθέτων που δηλώνει ότι κάτι έχει γραφτεί με τον τρόπο ή το μέσο που δηλώνεται στο πρώτο συνθετικό
- επιστήμονα ή ειδικό σ’ ό,τι δηλώνει το α’ συνθετικό
- καλλιτέχνη ή ειδικό που ασχολείται με ό,τι δηλώνει το α’ συνθετικό
- που γράφει κατά τον τρόπο που δηλώνεται στο πρώτο συνθετικό
- όργανο, συσκευή που καταγράφει αυτό που δηλώνεται στο πρώτο συνθετικό (ιδίως για την ιατρική)
Παραδείγματα
“αθλητικός (athlitikós, “athletics”) + -γράφος (-gráfos) → αθλητικογράφος (athlitikográfos, “sportswriter”)”
“χέρι (chéri, “hand”) + -γράφος (-gráfos) → χειρόγραφος (cheirógrafos, “handwritten”)”
“χέρι (chéri, “hand”) + -γραφος (-grafos) → χειρόγραφος (cheirógrafos, “handwritten”)”
“αρθρογράφος”
“λεξικογράφος”
“αγιογράφος”
“ορθογράφος”
“σεισμογράφος”
“καρδιογράφος”
“χειρόγραφος”
“τηλέγραφος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.