Meaning of -ίσιος | Babel Free
/ˈi.sços/Ορισμοί
- προέρχεται ή ανήκει στην πρωτότυπο ουσιαστικό, όπως
- τόπο, μέρος, είδος
- συχνά από ένα ζώο, με έμφαση σε ένα χαρακτηριστικό του
-
ταιριάζει σ' αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη figuratively
Παραδείγματα
“βουνίσιος, βαπορίσιος, καλαμποκίσιος”
“δείτε και → -ινος, -ένιος”
“αετίσιος (αετήσια μάτια)”
“παιδιακίσιος, παλικαρίσιος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.