Meaning of ἰδεοληπτικοῖς | Babel Free
Ορισμοί
masculine/neuter dative plural of ἰδεοληπτικός (ideoliptikós)
dative, form-of, masculine, neuter, plural
Παραδείγματα
“Ὁ Redalié διερωτᾶται ποῖος εἶναι ὁ ρόλος τῆς ἀγωνιώδους καταστάσεως εἰς τὴν μετατροπὴν ἰδεοληψιῶν εἰς ψευδαισθήσεις καὶ ἀναφέρει τὴν γνώμην τοῦ Stoecker, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐμφάνισις τῶν ψευθαισθήσεων παρὰ τοῖς ἰδεοληπτικοῖς ὀφείλεται εἰς τὴν ὁλονὲν αὔξουσαν ἔντασιν τῶν ἐπιφορτισμένων μὲ αἰσθηματικότητα ἀναμνήσεων (affekts, τῶν συνεπαγομένων ἐπισκότισιν τῆς συνειδήσεως.”
volume II
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.